Τάρτα, μια »μεσαιωνική» παραλλαγή της πίτας χωρίς όμως το επάνω φύλλο που κάλυπτε τη γέμιση. Με τις τάρτες, γλύκες ή αλμυρές, οι μάγειροι βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν επίδειξη της τέχνης τους παρουσιάζοντας περίτεχνα χρωματιστά πιάτα. Έτσι, οι τάρτες έγιναν αμέσως δημοφιλείς ιδιαίτερα στα τραπέζια των βασιλιάδων και των ευγενών.
Ο όρος »τάρτα» παρουσιάστηκε, μάλλον για πρώτη φορά, σε ένα βιβλίο συνταγών του 14ου αι. Οι συνταγές με τον τίτλο αυτό ήταν για αλμυρές τάρτες, το Μεσαίωνα όμως η μίξη γλυκού με αλμυρό ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη. Με τον καιρό, η προτίμηση στις γλυκιές τάρτες γίνεται πιο έντονη. Αυτές συνήθως περιέχουν κρέμα με αυγά και διάφορα φρούτα που τα διάλεγαν περισσότερο για το χρώμα τους και λιγότερο για τη γεύση τους. Οι καλλιτέχνες μάγειροι του μεσαίωνα έβλεπαν τις τάρτες σαν ένα καμβά και δημιουργούσαν έργα τέχνης με τα αγαπημένα χρώματα εκείνης της εποχής.
Κόκκινο, λευκό και απαλό πράσινο από τα φρούτα, έντονο πράσινο από το σπανάκι (τότε χρησιμοποιούσαν σπανάκι και στις γλυκές τάρτες), κίτρινο, ενισχυμένο με σαφράν, από τα αυγά και μαύρο από τα σκουρόχρωμα ξερά φρούτα. Στην εποχή του Σαίξπηρ, στην Αγγλία, οι τάρτες με μήλο και εσπεριδοειδή γίνονται μόδα, αλλά μόνο ανάμεσα στους πλουσίους.
Από τότε μέχρι σήμερα, οι γαστρονομικές τάσεις έχουν αναδείξει πρωταγωνίστριες διάφορες τάρτες όπως την τάρτα κεράσι, την τάρτα φράουλα ή την τάρτα λεμόνι όταν όμως στη γέμιση μπήκε η »βασίλισσα» σοκολάτα, τότε το όσκαρ πήρε η τάρτα σοκολάτα.